διακάμπτω

διακάμπτω,
A bend or turn about, LXX 4 Ki.4.34, dub. in Gal.16.137.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακάμπτω — (Α διακάμπτω) 1. λυγίζω ή στρέφω προς διάφορες κατευθύνσεις 2. (για δρόμο) κάνω στροφή …   Dictionary of Greek

  • διάκαμψις — διάκαμψις, η (Α) [διακάμπτω] κάμψη τού σώματος κατά την εκτέλεση γυμναστικών ασκήσεων …   Dictionary of Greek

  • κάμπτω — (AM κάμπτω) 1. (μτβ.) λυγίζω, κυρτώνω κάτι, καθιστώ κυρτό κάτι που ήταν ευθύ, καμπυλώνω 2. μέσ. κάμπτομαι λυγίζομαι, κυρτώνομαι, λυγίζω το σώμα μου, σκύβω, καμπουριάζω 3. (μτβ. και αμτβ.) βαδίζοντας ή πλέοντας παρακάμπτω κάποιο σημείο, στρέφομαι …   Dictionary of Greek

  • ԿԾԿԵՄ — (եցի.) NBH 1 1102 Chronological Sequence: Early classical, 12c ն. συσφίγγω constringo, contraho, cogo κάμπτω, διακάμπτω flecto, inflecto ἕχω teneo καταστέλλω reprimo. առնել որպէս զկծիկ, կամ որպէս զկուզ (ըստ յն.) ամփոփել. յինքն ժողովել. պինդ ունել …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.